δάκρυ

τὸ δάκρυ, υος / τὸ δάκρυον слеза (ср. лат. lacrima ← dacruma)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δάκρυ" в других словарях:

  • δάκρυ — Υγρό διαφανές των δακρυϊκών αδένων, αντίδρασης αλκαλικής, το οποίο χρησιμεύει για την ύγρανση του βολβού του οφθαλμού και την απομάκρυνση ξένων σωμάτων. Το δ. περιέχει νερό και ανόργανες ουσίες, κυρίως χλωριούχο νάτριο και μαγνήσιο, θειούχο και… …   Dictionary of Greek

  • δάκρυ' — δάκρυα , δάκρυον tear neut nom/voc/acc pl δάκρυα , δάκρυον tear neut nom/voc/acc pl δάκρυϊ , δάκρυον tear neut dat sg δάκρυε , δάκρυον tear neut nom/voc/acc dual δάκρῡε , δακρύω weep pres imperat act 2nd sg δάκρῡε , δακρύω weep imperf ind act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκρυ — το 1. υγρό διάφανο και υφάλμυρο που εκκρίνεται από τους δακρυϊκούς αδένες των ματιών μας, για να τα κρατάει υγρά: Τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του ποτάμι. 2. ό,τι στάζει σαν δάκρυ. 3. μικρή ποσότητα υγρού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δάκρυ — [дакри] ουσ. о. слеза …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • δάκρυ — δάκρυον tear neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δάκρυ’ ἀδάκρυα. — См. Немая печаль …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δακρύοντ' — δακρύ̱οντα , δακρύω weep pres part act neut nom/voc/acc pl δακρύ̱οντα , δακρύω weep pres part act masc acc sg δακρύ̱οντι , δακρύω weep pres part act masc/neut dat sg δακρύ̱οντι , δακρύω weep pres ind act 3rd pl (doric) δακρύ̱οντε , δακρύω weep… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρύουσ' — δακρύ̱ουσα , δακρύω weep pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) δακρύ̱ουσι , δακρύω weep pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) δακρύ̱ουσι , δακρύω weep pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) δακρύ̱ουσαι ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρύετε — δακρύ̱ετε , δακρύω weep pres imperat act 2nd pl δακρύ̱ετε , δακρύω weep pres ind act 2nd pl δακρύ̱ετε , δακρύω weep imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρύηι — δακρύ̱ῃ , δακρύω weep pres subj mp 2nd sg δακρύ̱ῃ , δακρύω weep pres ind mp 2nd sg δακρύ̱ῃ , δακρύω weep pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακρύσει — δακρύ̱σει , δακρύω weep aor subj act 3rd sg (epic) δακρύ̱σει , δακρύω weep fut ind mid 2nd sg δακρύ̱σει , δακρύω weep fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.